Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pencher
01
γέρνω, λυγίζω
incliner ou courber quelque chose vers le bas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
penche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
penchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pencherai
ενεστώτα μετοχή
penchant
παθητική μετοχή
penché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
penchions
Παραδείγματα
Penche légèrement la bouteille.
Γείρετε ελαφρά το μπουκάλι.
02
σκύβω, γέρνω προς τα εμπρός
incliner son corps vers l'avant ou vers le bas
Παραδείγματα
Le médecin s' est penché sur le blessé.
Ο γιατρός σκύφτηκε πάνω από τον τραυματία.
03
εξετάζω, ερευνώ
porter son attention et son intérêt sur quelque chose pour l'étudier
Παραδείγματα
L' équipe va se pencher sur les résultats des tests.
Η ομάδα θα εξετάσει τα αποτελέσματα των δοκιμών.



























