la pendule
pen
pɑ̃
πα
dule
dyl
ντυλ

Ορισμός και σημασία του "pendule"στα γαλλικά

01

petite horloge, souvent posée sur une cheminée ou une table, avec un mécanisme à pendule 

la pendule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pendule
Παραδείγματα
La pendule de ma grand-mère sonne toutes les heures. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store