Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pencher
01
γέρνω, λυγίζω
incliner ou courber quelque chose vers le bas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
penche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
penchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pencherai
ενεστώτα μετοχή
penchant
παθητική μετοχή
penché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
penchions
Παραδείγματα
Il penche la tête pour écouter.
Σκύβει το κεφάλι για να ακούσει.
02
σκύβω, γέρνω προς τα εμπρός
incliner son corps vers l'avant ou vers le bas
Παραδείγματα
Elle se penche pour ramasser ses clés.
Αυτή σκύβει για να πάρει τα κλειδιά της.
03
εξετάζω, ερευνώ
porter son attention et son intérêt sur quelque chose pour l'étudier
Παραδείγματα
Les chercheurs se penchent sur ce phénomène depuis des années.
Οι ερευνητές κλίνουν πάνω από αυτό το φαινόμενο εδώ και χρόνια.



























