Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lancer
01
πετώ, ρίχνω
envoyer quelque chose avec force dans une direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lancerai
ενεστώτα μετοχή
lançant
παθητική μετοχή
lancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lancions
Παραδείγματα
Il a lancé la balle très loin.
Έριξε την μπάλα πολύ μακριά.
02
φωνάζω, κραυγάζω
exprimer soudainement quelque chose, souvent à voix forte
Παραδείγματα
Il a lancé un cri de surprise.
Έβγαλε μια κραυγή έκπληξης.
03
ξεκινώ, αρχίζω
commencer ou organiser quelque chose
Παραδείγματα
Le maire a lancé un nouveau projet.
Ο δήμαρχος ξεκίνησε ένα νέο έργο.
04
ρίχνομαι σε, ξεκινώ
commencer à faire quelque chose avec énergie ou décision
Παραδείγματα
Il s'est lancé dans le théâtre après ses études.
Έριξε τον εαυτό του στο θέατρο μετά τις σπουδές του.
05
επιτίθεμαι, ορμώ
se précipiter soudainement vers une direction ou dans une action
Παραδείγματα
Il s'est lancé vers la sortie sans attendre.
Έριξε τον εαυτό του προς την έξοδο χωρίς να περιμένει.



























