Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le landau
01
καροτσάκι, παιδικό καροτσάκι
poussette ou voiturette spécialement conçue pour accueillir un nourrisson, souvent allongée et avec des roues pour faciliter les déplacements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
landaus
Παραδείγματα
Elle promène son bébé dans le landau tous les matins.
Περπατά το μωρό της στο καροτσάκι κάθε πρωί.



























