Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embêter
01
ενοχλώ, ενοχλώ
déranger ou gêner quelqu'un, rendre la situation désagréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embêterai
ενεστώτα μετοχή
embêtant
παθητική μετοχή
embêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embêtions
Παραδείγματα
La pluie continue embête les promeneurs.
Η συνεχής βροχή ενοχλεί τους περιπατητές.
02
ενοχλώ
causer de l'ennui ou de l'agacement à quelqu'un
Παραδείγματα
Ne m' embête pas avec ça maintenant.
Μην με ενοχλείς με αυτό τώρα.
03
βαριέμαι, ενοχλούμαι
se sentir ennuyé ou dérangé par quelque chose
Παραδείγματα
Nous nous embêtons parfois dans cette ville calme.
Μερικές φορές βαριόμαστε σε αυτή την ήσυχη πόλη.



























