embêter
Pronunciation
/ɑ̃bɛtˈe/

Ορισμός και σημασία του "embêter"στα γαλλικά

embêter
01

ενοχλώ, ενοχλώ

déranger ou gêner quelqu'un, rendre la situation désagréable
embêter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embêterai
ενεστώτα μετοχή
embêtant
παθητική μετοχή
embêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embêtions
Παραδείγματα
La pluie continue embête les promeneurs.
Η συνεχής βροχή ενοχλεί τους περιπατητές.
02

ενοχλώ

causer de l'ennui ou de l'agacement à quelqu'un
embêter definition and meaning
Παραδείγματα
Ne m' embête pas avec ça maintenant.
Μην με ενοχλείς με αυτό τώρα.
03

βαριέμαι, ενοχλούμαι

se sentir ennuyé ou dérangé par quelque chose
embêter definition and meaning
Παραδείγματα
Nous nous embêtons parfois dans cette ville calme.
Μερικές φορές βαριόμαστε σε αυτή την ήσυχη πόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store