Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embêter
01
ενοχλώ, ενοχλώ
déranger ou gêner quelqu' un , rendre la situation désagréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embêterai
ενεστώτα μετοχή
embêtant
παθητική μετοχή
embêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embêtions
Παραδείγματα
Ce bruit m'embête beaucoup.
Αυτός ο θόρυβος με ενοχλεί πολύ.
02
ενοχλώ
causer de l'ennui ou de l'agacement à quelqu'un
Παραδείγματα
Ce bruit m'embête beaucoup.
Αυτός ο θόρυβος με ενοχλεί πολύ.
03
βαριέμαι, ενοχλούμαι
se sentir ennuyé ou dérangé par quelque chose
Παραδείγματα
Je m'embête pendant les longues réunions.
Βαριέμαι κατά τη διάρκεια των μακρών συναντήσεων.



























