embêter
embêter
ɑ̃bete
aabete

Ορισμός και σημασία του "embêter"στα γαλλικά

embêter
01

ενοχλώ, ενοχλώ

déranger ou gêner quelqu' un ,  rendre la situation désagréable 
embêter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embêterai
ενεστώτα μετοχή
embêtant
παθητική μετοχή
embêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embêtions
Παραδείγματα
Ce bruit m'embête beaucoup. 

Αυτός ο θόρυβος με ενοχλεί πολύ.

02

ενοχλώ

causer de l'ennui ou de l'agacement à quelqu'un 
embêter definition and meaning
Παραδείγματα
Ce bruit m'embête beaucoup. 

Αυτός ο θόρυβος με ενοχλεί πολύ.

03

βαριέμαι, ενοχλούμαι

se sentir ennuyé ou dérangé par quelque chose 
embêter definition and meaning
Παραδείγματα
Je m'embête pendant les longues réunions. 

Βαριέμαι κατά τη διάρκεια των μακρών συναντήσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store