Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emparer
01
prendre possession de quelque chose par la force, par surprise ou de manière rapide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
être
ενεστώτα μετοχή
emparant
παθητική μετοχή
emparé
Παραδείγματα
Les insurgés se sont emparés de la capitale.



























