Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empirer
01
επιδεινώνεται, χειροτερεύει
devenir plus mauvais ou plus grave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
empire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
empirerai
ενεστώτα μετοχή
empirant
παθητική μετοχή
empiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empirions
Παραδείγματα
La circulation a empiré à cause de l' accident.
Η κυκλοφορία επιδεινώθηκε λόγω του ατυχήματος.
02
χειροτερεύω, επιδεινώνω
rendre quelque chose plus mauvais ou plus grave
Παραδείγματα
Les mauvaises décisions ont empiré la performance de l' entreprise.
Οι κακές αποφάσεις χειροτέρευσαν την απόδοση της εταιρείας.



























