Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empirer
01
επιδεινώνεται, χειροτερεύει
devenir plus mauvais ou plus grave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
empire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
empirerai
ενεστώτα μετοχή
empirant
παθητική μετοχή
empiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empirions
Παραδείγματα
Sa santé a empiré après la grippe.
Η υγεία του επιδεινώθηκε μετά τη γρίπη.
02
χειροτερεύω, επιδεινώνω
rendre quelque chose plus mauvais ou plus grave
Παραδείγματα
Ignorer le problème risque d'empirer la situation.
Η αγνόηση του προβλήματος μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση.



























