empirer
empirer
ɑ̃piʁe
aapire
empileremparerempierrerexpirer

Ορισμός και σημασία του "empirer"στα γαλλικά

empirer
01

επιδεινώνεται, χειροτερεύει

devenir plus mauvais ou plus grave 
empirer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
empire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empirons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
empirerai
ενεστώτα μετοχή
empirant
παθητική μετοχή
empiré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empirions
Παραδείγματα
Sa santé a empiré après la grippe. 

Η υγεία του επιδεινώθηκε μετά τη γρίπη.

02

χειροτερεύω, επιδεινώνω

rendre quelque chose plus mauvais ou plus grave 
Παραδείγματα
Ignorer le problème risque d'empirer la situation. 

Η αγνόηση του προβλήματος μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store