Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'emploi
[gender: masculine]
01
δουλειά, θέση εργασίας
position ou travail occupé par quelqu'un pour gagner sa vie
Παραδείγματα
Son emploi lui permet de subvenir aux besoins de sa famille.
Η απασχόλησή του του επιτρέπει να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειάς του.
02
χρήση, εφαρμογή
façon d'utiliser ou d'appliquer quelque chose
Παραδείγματα
L' emploi de ces mots dans le texte est très précis.
Η χρήση αυτών των λέξεων στο κείμενο είναι πολύ ακριβής.



























