l'emploi
emploi
ɑ̃plwa
απλουα

Ορισμός και σημασία του "emploi"στα γαλλικά

01

δουλειά, θέση εργασίας

position ou travail occupé par quelqu'un pour gagner sa vie 
l'emploi definition and meaning
Παραδείγματα
Il a trouvé un emploi dans une grande entreprise. 

Βρήκε μια δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία.

02

χρήση, εφαρμογή

façon d'utiliser ou d'appliquer quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
emplois
Παραδείγματα
L'emploi de ce produit est très simple. 

Η χρήση αυτού του προϊόντος είναι πολύ απλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store