Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconcerter
01
συγχύζω, αναστατώνω
troubler ou surprendre quelqu'un au point de le rendre hésitant ou inquiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconcerte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconcertons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconcerterai
ενεστώτα μετοχή
déconcertant
παθητική μετοχή
déconcerté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconcertions
Παραδείγματα
Les remarques du jury ont déconcerté les participants.
Τα σχόλια της κριτικής επιτροπής σύγχυσαν τους συμμετέχοντες.
02
σαστίζω, μπερδεύω
surprendre ou étonner quelqu'un au point de le laisser perplexe
Παραδείγματα
Elle a été déconcertée en voyant la scène insolite.
Ήταν σαστισμένη βλέποντας την ασυνήθιστη σκηνή.



























