Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconcerter
01
συγχύζω, αναστατώνω
troubler ou surprendre quelqu'un au point de le rendre hésitant ou inquiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconcerte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconcertons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconcerterai
ενεστώτα μετοχή
déconcertant
παθητική μετοχή
déconcerté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconcertions
Παραδείγματα
La question inattendue du professeur a déconcerté l'élève.
Η απρόσμενη ερώτηση του δασκάλου σύγχυσε τον μαθητή.
02
σαστίζω, μπερδεύω
surprendre ou étonner quelqu'un au point de le laisser perplexe
Παραδείγματα
La tournure de l'histoire a déconcerté les spectateurs.
Η ανατροπή της ιστορίας σύγχυσε τους θεατές.



























