Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convenir
01
συμφωνώ, είμαι κατάλληλος
être d'accord sur quelque chose ou être approprié
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
conviens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conviendrai
ενεστώτα μετοχή
convenant
παθητική μετοχή
convenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convenions
Παραδείγματα
Nous avons convenu de partir à 8 heures.
Συμφωνήσαμε να φύγουμε στις 8.
02
παραδέχομαι, αναγνωρίζω
reconnaître ou admettre quelque chose comme vrai
Παραδείγματα
Il a convenu de son erreur.
Αυτός παραδέχτηκε το λάθος του.
03
ταιριάζω, προσαρμόζομαι
être approprié ou adapté à quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Ce travail me convient parfaitement.
Αυτή η δουλειά μου ταιριάζει απόλυτα.
04
ταιριάζω, πηγαίνω
aller bien à quelqu'un en parlant d'un vêtement, d'une couleur, ou d'un style
Παραδείγματα
Cette robe te convient vraiment bien.
Αυτό το φόρεμα σου πάει πραγματικά καλά.



























