Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convenir
01
συμφωνώ, είμαι κατάλληλος
être d'accord sur quelque chose ou être approprié
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
conviens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conviendrai
ενεστώτα μετοχή
convenant
παθητική μετοχή
convenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convenions
Παραδείγματα
Ils ont convenu de se retrouver au café.
Συμφώνησαν να συναντηθούν στο καφέ.
02
παραδέχομαι, αναγνωρίζω
reconnaître ou admettre quelque chose comme vrai
Παραδείγματα
L' entreprise a convenu de ses torts.
Η εταιρεία παραδέχτηκε τα λάθη της.
03
ταιριάζω, προσαρμόζομαι
être approprié ou adapté à quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Ce menu ne convient pas aux enfants.
Αυτό το μενού δεν ταιριάζει στα παιδιά.
04
ταιριάζω, πηγαίνω
aller bien à quelqu'un en parlant d'un vêtement, d'une couleur, ou d'un style
Παραδείγματα
Ces lunettes te conviennent très bien.
Αυτά τα γυαλιά σου ταιριάζουν πολύ καλά.



























