la conviction
conviction
kɔ̃viksjɔ̃
kawviksyaw
conventionconfectionconvection

Ορισμός και σημασία του "conviction"στα γαλλικά

01

πεποίθηση, σταθερή πίστη

croyance ferme et profondément ancrée, fondée sur des certitudes personnelles ou des valeurs morales 
la conviction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
convictions
Παραδείγματα
La conviction religieuse guide toute sa vie. 

Η θρησκευτική πεποίθηση καθοδηγεί όλη τη ζωή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store