Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conviction
01
πεποίθηση, σταθερή πίστη
croyance ferme et profondément ancrée, fondée sur des certitudes personnelles ou des valeurs morales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
convictions
Παραδείγματα
La conviction religieuse guide toute sa vie.
Η θρησκευτική πεποίθηση καθοδηγεί όλη τη ζωή του.
Λεξικό Δέντρο
conviction
convict



























