convoquer
convoquer
kɔ̃vɔke
kawvawke
convolerconvoiterconvoyer

Ορισμός και σημασία του "convoquer"στα γαλλικά

convoquer
01

συγκαλώ, καλώ

demander officiellement à quelqu'un de se présenter 
convoquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
convoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
convoquerai
ενεστώτα μετοχή
convoquant
παθητική μετοχή
convoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convoquions
Παραδείγματα
Le juge a convoqué le témoin à comparaître. 

Ο δικαστής προσκάλεσε τον μάρτυρα να εμφανιστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store