Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convoquer
01
συγκαλώ, καλώ
demander officiellement à quelqu'un de se présenter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
convoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
convoquerai
ενεστώτα μετοχή
convoquant
παθητική μετοχή
convoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convoquions
Παραδείγματα
Tous les citoyens ont été convoqués pour le vote.
Όλοι οι πολίτες κλήθηκαν για την ψηφοφορία.



























