convoquer
Pronunciation
/kɔ̃vɔke/

Ορισμός και σημασία του "convoquer"στα γαλλικά

convoquer
01

συγκαλώ, καλώ

demander officiellement à quelqu'un de se présenter
convoquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
convoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
convoquerai
ενεστώτα μετοχή
convoquant
παθητική μετοχή
convoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convoquions
Παραδείγματα
Tous les citoyens ont été convoqués pour le vote.
Όλοι οι πολίτες κλήθηκαν για την ψηφοφορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store