le cookie
coo
kʊ
κου
kie
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "cookie"στα γαλλικά

01

μπισκότο, μπισκότο με σοκολάτα

petit biscuit sucré, souvent rond, généralement aux pépites de chocolat 
le cookie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cookies
Παραδείγματα
J'ai mangé un cookie après le déjeuner. 

Έφαγα ένα μπισκότο μετά το γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store