Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convaincre
01
πείθω
amener quelqu'un à accepter une idée ou à changer d'avis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
convaincs
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convainquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
convaincrai
ενεστώτα μετοχή
convainquant
παθητική μετοχή
convaincu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convainquions
Παραδείγματα
Tu devrais convaincre tes collègues de soutenir cette idée.
Πρέπει να πείσεις τους συναδέλφους σου να υποστηρίξουν αυτή την ιδέα.



























