Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le contrôleur
[gender: masculine]
01
επιθεωρητής, ελεγκτής
agent chargé de vérifier le respect des règles
Παραδείγματα
Une contrôleuse qualité a testé nos produits.
Ένας ελεγκτής ποιότητας δοκίμασε τα προϊόντα μας.



























