Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contribuer
01
συμβάλλω, συνεισφέρω
participer à quelque chose ou apporter son aide pour un résultat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contribue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contribuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contribuerai
ενεστώτα μετοχή
contribuant
παθητική μετοχή
contribué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contribuions
Παραδείγματα
Nous contribuons ensemble à améliorer l' environnement.
Συνεισφέρουμε μαζί για τη βελτίωση του περιβάλλοντος.



























