convaincre
convaincre
kɔ̃vɛ̃kʁ
kawvekr

Ορισμός και σημασία του "convaincre"στα γαλλικά

convaincre
01

πείθω

amener quelqu'un à accepter une idée ou à changer d'avis 
convaincre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
convaincs
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
convainquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
convaincrai
ενεστώτα μετοχή
convainquant
παθητική μετοχή
convaincu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
convainquions
Παραδείγματα
J'ai convaincu mon ami de venir à la fête. 

Έπεισα τον φίλο μου να έρθει στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store