composer
Pronunciation
/kɔ̃poze/

Ορισμός και σημασία του "composer"στα γαλλικά

composer
01

προετοιμάζω, αναπτύσσω

préparer ou élaborer quelque chose avec soin
composer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
composons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
composerai
ενεστώτα μετοχή
composant
παθητική μετοχή
composé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
composions
Παραδείγματα
Nous avons composé un plan d' action pour résoudre le problème.
Συνθέσαμε ένα σχέδιο δράσης για την επίλυση του προβλήματος.
02

συνθέτω, δημιουργώ

créer une œuvre musicale
composer definition and meaning
Παραδείγματα
J' aimerais composer un morceau pour guitare.
Θα ήθελα να συνθέσω ένα κομμάτι για κιθάρα.
03

καλώ, πατάω τον αριθμό

appuyer sur les touches pour appeler
composer definition and meaning
Παραδείγματα
J' ai composé le numéro, mais personne n' a répondu.
Κατέβασα τον αριθμό, αλλά κανείς δεν απάντησε.
04

αντιμετωπίζω, συμβιβάζομαι

faire des compromis pour gérer une situation
composer definition and meaning
Παραδείγματα
Ils composent avec un budget très réduit.
Αυτοί διαχειρίζονται με ένα πολύ μικρό προϋπολογισμό.
05

αποτελώ, συνθέτω

être les éléments qui forment quelque chose.
Παραδείγματα
Différentes équipes composent l' entreprise.
Διαφορετικές ομάδες αποτελούν την εταιρεία.
06

δίνω εξετάσεις

passer une épreuve scolaire ou universitaire
Παραδείγματα
Les candidates composent sous la surveillance des professeures.
Οι υποψήφιες συμμετέχουν στις εξετάσεις υπό την επίβλεψη των δασκαλίνων.
07

αποτελείται από, συνίσταται από

être constitué de plusieurs éléments
Παραδείγματα
Le groupe se compose de talents variés.
Η ομάδα αποτελείται από ποικίλα ταλέντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store