Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compliquer
01
περιπλέκω, κάνω πιο δύσκολο
rendre une situation, une tâche ou un problème plus difficile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
complique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
compliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compliquerai
ενεστώτα μετοχή
compliquant
παθητική μετοχή
compliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
compliquions
Παραδείγματα
Le manque de communication a compliqué la collaboration entre équipes.
Η έλλειψη επικοινωνίας επέδειξε τη συνεργασία μεταξύ των ομάδων.
02
περιπλέκομαι, γίνομαι περίπλοκος
devenir plus difficile, plus complexe ou plus problématique
Παραδείγματα
La gestion du projet s' est compliquée après les retards successifs.
Η διαχείριση του έργου περιπλέχθηκε μετά τις διαδοχικές καθυστερήσεις.



























