Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compliquer
01
περιπλέκω, κάνω πιο δύσκολο
rendre une situation, une tâche ou un problème plus difficile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
complique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
compliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compliquerai
ενεστώτα μετοχή
compliquant
παθητική μετοχή
compliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
compliquions
Παραδείγματα
Les nouvelles règles ont compliqué le processus administratif.
Οι νέοι κανόνες επέπλεξαν τη διοικητική διαδικασία.
02
περιπλέκομαι, γίνομαι περίπλοκος
devenir plus difficile, plus complexe ou plus problématique
Παραδείγματα
La situation s'est compliquée après l'arrivée de nouveaux concurrents.
Η κατάσταση περιπλέχθηκε μετά την άφιξη νέων ανταγωνιστών.



























