Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La complication
01
επίπλοκη, δυσκολία
difficulté ou aspect qui rend une situation plus complexe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
complications
Παραδείγματα
La complication des règles crée de la confusion.
Η επιπλοκή των κανόνων δημιουργεί σύγχυση.
02
επίπλοκη, ιατρικό πρόβλημα
problème médical ou conséquence négative qui survique après une maladie ou une intervention
Παραδείγματα
Les médecins expliquent les complications avant toute chirurgie.
Οι γιατροί εξηγούν τις επιπλοκές πριν από οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση.
Λεξικό Δέντρο
complication
complicate



























