accoucher
Pronunciation
/akuʃe/

Ορισμός και σημασία του "accoucher"στα γαλλικά

accoucher
01

γεννώ

mettre un bébé au monde
accoucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accoucherai
ενεστώτα μετοχή
accouchant
παθητική μετοχή
accouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accouchions
Παραδείγματα
Elle va accoucher dans quelques heures.
Θα γεννήσει σε λίγες ώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store