Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accoucher
01
γεννώ
mettre un bébé au monde
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accoucherai
ενεστώτα μετοχή
accouchant
παθητική μετοχή
accouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accouchions
Παραδείγματα
Elle va accoucher dans quelques heures.
Θα γεννήσει σε λίγες ώρες.



























