accoucher
a
a
α
ccou
ku
κου
cher
ʃe
σε
accrocheraccoupleraccouderaccoutrer

Ορισμός και σημασία του "accoucher"στα γαλλικά

accoucher
01

γεννώ

mettre un bébé au monde 
accoucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accoucherai
ενεστώτα μετοχή
accouchant
παθητική μετοχή
accouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accouchions
Παραδείγματα
Elle a accouché d'un garçon hier soir. 

Αυτή γέννησε ένα αγόρι χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store