Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accoupler
01
ζευγαρώνω, αναπαράγω
s'unir sexuellement pour se reproduire (pour les animaux)
Παραδείγματα
Les lions s'accouplent pendant la saison des pluies.
Οι λιοντάρια ζευγαρώνουν κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών.
02
ζευγαρώνω, συνδυάζω
mettre deux êtres ou deux choses ensemble, soit pour les faire se reproduire, soit pour les associer ou les joindre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accouple
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accouplons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accouplerai
ενεστώτα μετοχή
accouplant
παθητική μετοχή
accouplé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accouplions
Παραδείγματα
L'éleveur accouple deux chevaux de race.
Ο εκτροφέας ζευγαρώνει δύο άλογα καθαρόαιμα.



























