accroupir
acc
ak
ak
rou
ʁu
roo
pir
piʁ
pir
prescrireaffaiblirrefroidirétourdir

Ορισμός και σημασία του "accroupir"στα γαλλικά

accroupir
01

καθίζω σταυροπόδι, καθίζω στα γόνατα

se mettre en position accroupie , les genoux pliés et les fesses près du sol 
accroupir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accroupis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accroupissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accroupirai
παθητική μετοχή
accroupi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accroupissions
Παραδείγματα
L'enfant s'accroupit pour regarder le petit insecte. 

Το παιδί καθίζει στα γόνατα για να κοιτάξει το μικρό έντομο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store