l'accouchement
Pronunciation
/akuʃmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "accouchement"στα γαλλικά

L'accouchement
[gender: masculine]
01

τοκετός, γέννα

processus par lequel une femme donne naissance à un bébé
l'accouchement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accouchements
Παραδείγματα
L' accouchement peut se dérouler par césarienne ou voie basse.
Ο τοκετός μπορεί να πραγματοποιηθεί με καισαρική τομή ή φυσιολογική γέννα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store