l'accomplissement
accomplissement
akɔ̃plismɑ̃
akawplismaa

Ορισμός και σημασία του "accomplissement"στα γαλλικά

L'accomplissement
01

ολοκλήρωση, εκπλήρωση

fait de mener une tâche ou un projet à terme avec succès 
l'accomplissement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accomplissements
Παραδείγματα
L'accomplissement de ce projet a demandé plusieurs mois de travail. 

Η ολοκλήρωση αυτού του έργου απαιτούσε αρκετούς μήνες εργασίας.

02

ολοκλήρωση, εκπλήρωση

fait d'achever une action ou un travail 
l'accomplissement definition and meaning
Παραδείγματα
L'accomplissement de la rédaction du rapport a pris toute la matinée. 

Η ολοκλήρωση της συγγραφής της έκθεσης πήρε όλο το πρωί.

03

πραγμάτωση, εκπλήρωση

résultat final qui marque la réussite ou la concrétisation d'un but 
Παραδείγματα
L'accomplissement de ce rêve a été un moment inoubliable. 

Η πραγματοποίηση αυτού του ονείρου ήταν μια αξέχαστη στιγμή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store