Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accomplir
01
εκπληρώνω, ολοκληρώνω
faire quelque chose jusqu'à la fin avec succès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accomplis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accomplissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accomplirai
ενεστώτα μετοχή
accomplissant
παθητική μετοχή
accompli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accomplissions
Παραδείγματα
J' ai enfin accompli ce que je voulais faire depuis longtemps.
Επιτέλους επιτύχα αυτό που ήθελα να κάνω εδώ και πολύ καιρό.
02
αυτοπραγματώνομαι, αναπτύσσομαι πλήρως
se développer pleinement et réussir à atteindre son plein potentiel
Παραδείγματα
Le potentiel de cette entreprise peut s' accomplir avec de la patience.
Η δυναμική αυτής της εταιρείας μπορεί να πραγματοποιηθεί με υπομονή.



























