Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accompagner
01
συνοδεύω, πηγαίνω μαζί
aller avec quelqu'un pour lui tenir compagnie ou pour l'aider
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accompagne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accompagnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accompagnerai
ενεστώτα μετοχή
accompagnant
παθητική μετοχή
accompagné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accompagnions
Παραδείγματα
Je vais accompagner mon frère à l'école.
Θα συνοδεύσω τον αδερφό μου στο σχολείο.
02
συνεπάγεται, περιλαμβάνει
avoir comme conséquence ou effet
Παραδείγματα
Cette décision s'accompagne de risques importants.
Αυτή η απόφαση συνοδεύεται από σημαντικούς κινδύνους.



























