Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accompagner
01
συνοδεύω, πηγαίνω μαζί
aller avec quelqu'un pour lui tenir compagnie ou pour l'aider
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accompagne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accompagnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accompagnerai
ενεστώτα μετοχή
accompagnant
παθητική μετοχή
accompagné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accompagnions
Παραδείγματα
Peux - tu m' accompagner à la gare ?
Μπορείς να με συνοδεύσεις στο σταθμό;
02
συνεπάγεται, περιλαμβάνει
avoir comme conséquence ou effet
Παραδείγματα
La maladie s' accompagne de fièvre et de fatigue.
Η ασθένεια συνοδεύεται από πυρετό και κόπωση.



























