Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accord
01
συμφωνία
arrangement ou décision mutuelle entre plusieurs parties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accords
Παραδείγματα
Ils sont parvenus à un accord sur le prix.
Έφτασαν σε συμφωνία για την τιμή.
02
συγχορδία, μουσική συγχορδία
combinaison de plusieurs notes jouées simultanément et harmonieuses
Παραδείγματα
Le guitariste joue un accord de sol.
Ο κιθαρίστας παίζει ένα συγχορδία σε σολ.



























