Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accord
01
συμφωνία
arrangement ou décision mutuelle entre plusieurs parties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accords
Παραδείγματα
L' accord a été ratifié par toutes les parties concernées.
Η συμφωνία επικυρώθηκε από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
02
συγχορδία, μουσική συγχορδία
combinaison de plusieurs notes jouées simultanément et harmonieuses
Παραδείγματα
Il a composé une chanson basée sur trois accords simples.
Συνέθεσε ένα τραγούδι βασισμένο σε τρία απλά συγχορδία.



























