Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accessible
01
قابل دسترسی
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
accessibles
θηλυκό ενικό
accessible
θηλυκό πληθυντικό
accessibles
Παραδείγματα
Le chalet n'est pas accessible quand il neige.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inaccessible
accessible
access



























