Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accomplir
01
εκπληρώνω, ολοκληρώνω
faire quelque chose jusqu'à la fin avec succès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accomplis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accomplissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accomplirai
ενεστώτα μετοχή
accomplissant
παθητική μετοχή
accompli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accomplissions
Παραδείγματα
Il a accompli toutes ses tâches avant midi.
Έχει ολοκληρώσει όλες τις εργασίες του πριν το μεσημέρι.
02
αυτοπραγματώνομαι, αναπτύσσομαι πλήρως
se développer pleinement et réussir à atteindre son plein potentiel
Παραδείγματα
Son talent artistique s'est accompli au fil des années.
Το καλλιτεχνικό του ταλέντο εκπληρώθηκε με το πέρασμα των ετών.



























