accomplir
accomplir
akɔ̃pliʁ
akawplir

Ορισμός και σημασία του "accomplir"στα γαλλικά

accomplir
01

εκπληρώνω, ολοκληρώνω

faire quelque chose jusqu'à la fin avec succès 
accomplir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accomplis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accomplissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accomplirai
ενεστώτα μετοχή
accomplissant
παθητική μετοχή
accompli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accomplissions
Παραδείγματα
Il a accompli toutes ses tâches avant midi. 

Έχει ολοκληρώσει όλες τις εργασίες του πριν το μεσημέρι.

02

αυτοπραγματώνομαι, αναπτύσσομαι πλήρως

se développer pleinement et réussir à atteindre son plein potentiel 
accomplir definition and meaning
Παραδείγματα
Son talent artistique s'est accompli au fil des années. 

Το καλλιτεχνικό του ταλέντο εκπληρώθηκε με το πέρασμα των ετών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store