Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accomplissement
[gender: masculine]
01
ολοκλήρωση, εκπλήρωση
fait de mener une tâche ou un projet à terme avec succès
Παραδείγματα
L' accomplissement de ce travail exige patience et rigueur.
Η ολοκλήρωση αυτής της εργασίας απαιτεί υπομονή και αυστηρότητα.
02
ολοκλήρωση, εκπλήρωση
fait d'achever une action ou un travail
Παραδείγματα
L' accomplissement des formalités administratives a été long mais nécessaire.
Η ολοκλήρωση των διοικητικών διατυπώσεων ήταν μακρά αλλά απαραίτητη.
03
πραγμάτωση, εκπλήρωση
résultat final qui marque la réussite ou la concrétisation d'un but
Παραδείγματα
L' accomplissement de ses ambitions a nécessité de nombreux sacrifices.
Η εκπλήρωση των φιλοδοξιών του απαιτούσε πολλές θυσίες.



























