Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accomplissement
01
ολοκλήρωση, εκπλήρωση
fait de mener une tâche ou un projet à terme avec succès
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accomplissements
Παραδείγματα
L'accomplissement de ce projet a demandé plusieurs mois de travail.
Η ολοκλήρωση αυτού του έργου απαιτούσε αρκετούς μήνες εργασίας.
02
ολοκλήρωση, εκπλήρωση
fait d'achever une action ou un travail
Παραδείγματα
L'accomplissement de la rédaction du rapport a pris toute la matinée.
Η ολοκλήρωση της συγγραφής της έκθεσης πήρε όλο το πρωί.
03
πραγμάτωση, εκπλήρωση
résultat final qui marque la réussite ou la concrétisation d'un but
Παραδείγματα
L'accomplissement de ce rêve a été un moment inoubliable.
Η πραγματοποίηση αυτού του ονείρου ήταν μια αξέχαστη στιγμή.



























