l'accroissement
accroissement
akʁwasmɑ̃
akrvasmaa

Ορισμός και σημασία του "accroissement"στα γαλλικά

L'accroissement
01

αύξηση, επίδοση

action d'augmenter, de devenir plus grand ou plus important 
l'accroissement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'accroissement de la population pose des défis pour la ville. 

Η αύξηση του πληθυσμού θέτει προκλήσεις για την πόλη.

02

εντατικοποίηση, αύξηση

augmentation ou renforcement d'un phénomène 
Παραδείγματα
L'accroissement de la violence inquiète la population. 

Η αύξηση της βίας ανησυχεί τον πληθυσμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store