Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accueil
[gender: masculine]
01
υποδοχή, καλωσόρισμα
action de recevoir quelqu'un ou quelque chose avec une certaine attitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accueils
Παραδείγματα
L' accueil au musée était bien organisé.
Η υποδοχή στο μουσείο ήταν καλά οργανωμένη.



























