l'accueil
Pronunciation
/akœj/

Ορισμός και σημασία του "accueil"στα γαλλικά

L'accueil
[gender: masculine]
01

υποδοχή, καλωσόρισμα

action de recevoir quelqu'un ou quelque chose avec une certaine attitude
l'accueil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accueils
Παραδείγματα
L' accueil au musée était bien organisé.
Η υποδοχή στο μουσείο ήταν καλά οργανωμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store