l'accueil
a
a
α
ccueil
kœj
κœγ
écueil

Ορισμός και σημασία του "accueil"στα γαλλικά

01

υποδοχή, καλωσόρισμα

action de recevoir quelqu'un ou quelque chose avec une certaine attitude 
l'accueil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accueils
Παραδείγματα
L'accueil à l'hôtel a été très chaleureux. 

Η υποδοχή στο ξενοδοχείο ήταν πολύ ζεστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store