Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accueil
01
υποδοχή, καλωσόρισμα
action de recevoir quelqu'un ou quelque chose avec une certaine attitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accueils
Παραδείγματα
L'accueil à l'hôtel a été très chaleureux.
Η υποδοχή στο ξενοδοχείο ήταν πολύ ζεστή.



























