accroître
acc
ak
ak
roître
ʁwɑ:tʁ
rvaatr
psychiatrecroître

Ορισμός και σημασία του "accroître"στα γαλλικά

accroître
01

αυξάνω

augmenter en quantité, en intensité ou en importance 
accroître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accrois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accroissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accroîtrai
ενεστώτα μετοχή
accroissant
παθητική μετοχή
accru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accroissions
Παραδείγματα
Il faut accroître la production pour répondre à la demande. 

Πρέπει να αυξηθεί η παραγωγή για να ανταποκριθεί στη ζήτηση.

02

αυξάνω, ενισχύω

rendre plus grand ou plus fort 
Παραδείγματα
Ce discours a accru la peur parmi la population. 

Αυτή η ομιλία αύξησε τον φόβο μεταξύ του πληθυσμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store