Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accroître
01
αυξάνω
augmenter en quantité, en intensité ou en importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accrois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accroissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accroîtrai
ενεστώτα μετοχή
accroissant
παθητική μετοχή
accru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accroissions
Παραδείγματα
Tu devrais accroître ta concentration pendant le travail.
Θα πρέπει να αυξήσεις τη συγκέντρωσή σου κατά τη διάρκεια της εργασίας.
02
αυξάνω, ενισχύω
rendre plus grand ou plus fort
Παραδείγματα
Son succès a accru sa confiance en lui.
Η επιτυχία του αύξησε την αυτοπεποίθησή του.



























