Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accuser
01
κατηγορώ, ενοχοποιώ
affirmer que quelqu'un a commis une faute ou un crime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accuserai
ενεστώτα μετοχή
accusant
παθητική μετοχή
accusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accusions
Παραδείγματα
La victime a accusé son voisin du vol.
Το θύμα κατηγόρησε τον γείτονά του για την κλοπή.



























