l'accouchement
accouchement
akuʃmɑ̃
akooshmaa
accouplementaccoutrement

Ορισμός και σημασία του "accouchement"στα γαλλικά

L'accouchement
01

τοκετός, γέννα

processus par lequel une femme donne naissance à un bébé 
l'accouchement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accouchements
Παραδείγματα
L'accouchement a duré plusieurs heures. 

Ο τοκετός διήρκεσε αρκετές ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store