Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accouchement
[gender: masculine]
01
τοκετός, γέννα
processus par lequel une femme donne naissance à un bébé
Παραδείγματα
L' accouchement peut se dérouler par césarienne ou voie basse.
Ο τοκετός μπορεί να πραγματοποιηθεί με καισαρική τομή ή φυσιολογική γέννα.



























