accroupir
Pronunciation
/akʁupˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "accroupir"στα γαλλικά

accroupir
01

καθίζω σταυροπόδι, καθίζω στα γόνατα

se mettre en position accroupie, les genoux pliés et les fesses près du sol
accroupir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accroupis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accroupissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accroupirai
παθητική μετοχή
accroupi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accroupissions
Παραδείγματα
Elle s' accroupit pour ramasser ses affaires tombées.
Αυτή καθίζει στα γόνατα για να μαζέψει τα πράγματά της που έπεσαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store