Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accroupir
01
καθίζω σταυροπόδι, καθίζω στα γόνατα
se mettre en position accroupie, les genoux pliés et les fesses près du sol
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accroupis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accroupissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accroupirai
παθητική μετοχή
accroupi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accroupissions
Παραδείγματα
Elle s' accroupit pour ramasser ses affaires tombées.
Αυτή καθίζει στα γόνατα για να μαζέψει τα πράγματά της που έπεσαν.



























