Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accabler
01
καταβάλλω, φορτώνω
écraser physiquement ou moralement, fatiguer ou abattre fortement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
accable
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
accablons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
accablerai
ενεστώτα μετοχή
accablant
παθητική μετοχή
accablé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
accablions
Παραδείγματα
La fatigue qui l'accable chaque soir.
Η κούραση που τον καταβάλλει κάθε βράδυ.
02
καταπιέζω, φορτώνω
importuner quelqu'un en le surchargeant de reproches, de demandes, de travail, ou même d'attentions excessives
Παραδείγματα
Le professeur accablait ses élèves de devoirs.
Ο δάσκαλος κατακλύζει τους μαθητές του με εργασίες.
03
καταπιέζω, κατακλύζω
remplir quelqu'un de sentiments ou d'émotions trop intenses (douleur, honte, bonheur, etc.)
Παραδείγματα
Elle fut accablée de tristesse à la nouvelle.
Ήταν καταπονημένη από τη θλίψη με την είδηση.
04
λυγίζω, καμπυλώνω
courber quelqu'un sous un poids, le plier physiquement ou symboliquement
Παραδείγματα
La lourde charge accablait le vieil homme.
Το βαρύ φορτίο καταπίεζε τον ηλικιωμένο άνδρα.



























