lalever
από 3
lalever
la[det][pron][n]

λα,λα • την • λα,λα

[adv]

εκεί,ακριβώς εκεί

label[n]

ετικέτα,σημάδι

laboratoire[n]

εργαστήριο,εργαστήριο έρευνας

labour[n]
labourer[v]
labrador[n]

λαμπραντόρ,σκύλος λαμπραντόρ

lac[n]

λίμνη,λίμνη

lacet[n]

κορδόνι,ταινία

lâche[adj][n]

χαλαρός,αφημένος • δειλός,φυγόπονος

lâcher[v]

αφήνω,εγκαταλείπω

lacté[adj]
laïcité[n]

λαϊκισμός,κοσμικότητα

laid[adj][n]

άσχημος,δυσάρεστος στο βλέμμα • ασχήμια,αμορφία

laine[n]

μαλλί,μαλλινή ίνα

laïque[n][adj]

κοσμικός,εκκοσμικευτής • κοσμικός,μη θρησκευτικός

laisse[n]

λουρί,σχοινί

laisser[v]
laisser en plan[phrase]
laisser un mot[phrase]
lait[n]

γάλα,γαλακτοκομικό προϊόν

lait chocolaté[n]

σοκολατούχο γάλα,γάλα με σοκολάτα

lait de poule[n]

αβγολέμονο,ποτό με αυγά

lait en poudre[n]

γάλα σε σκόνη,αποξηραμένο γάλα

lait maternisé[n]

βρεφικό γάλα,βρεφική τροφή

laitier[n][adj]
laitue[n]

μαρούλι,σαλάτα

laitue asperge[n]

μαρούλι σπαράγγι,μαρούλι μίσχου

laitue iceberg[n]

μαρούλι iceberg,μαρούλι παγόβουνο

lama[n]

λάμα,λάμα

lampe[n]

λάμπα,λάμπα

lampe de table[n]

λάμπα τραπεζιού,λάμπα γραφείου

lancement[n]

εκτόξευση

lancer[v]

πετώ,ρίχνω

landau[n]

καροτσάκι,παιδικό καροτσάκι

langue[n]

γλώσσα,γλώσσα

langue maternelle[n]

μητρική γλώσσα,γλώσσα μητέρας

languissant[adj]

αδύναμος,αδρανής

lapidaire[n]

λιθοκόπος,τεχνίτης κοπής λίθων

lapin[n]

κουνέλι,κουνελάκι

lapin à queue blanche[n]

λευκόουρη κουνέλι,άγριο κουνέλι με λευκή ουρά

lapsus[n]

παραδρομή,ολίσθημα

laque[n]

βερνίκι,λάκα

lard[n]
large[adj][n]

ευρύς,πλατύς • φαρδύς,ευρύς

largement[adv]
largeur[n]

πλάτος,εύρος

larguer[v]
larron[n]
larve[n]

προνύμφη,κάμπια

larynx[n]
lasagnes[n]

φύλλα λαζάνιας,πλάκες λαζάνιας

lassitude[n]
latte[n]

λεπτή σανίδα,ράβδος

lavabo[n]

νιπτήρας,νιπτήρα

lavage[n]
lavande[n][adj]

λεβάντα,φυτό λεβάντας • λεβάντα,χρώματος λεβάντα

lave-linge[n]

πλυντήριο,μηχανή πλυσίματος

lave-vaisselle[n]

πλυντήριο πιάτων,πλυντήριο πιάτων

laver[v]

πλένω

lavis[n]
laxiste[adj]

επιεικής,χαλαρός

layette[n][adj]

νεογνικό κουβάρι,νεογνική τρουσό • μπλε μωρού,ανοιχτό και απαλό μπλε

le[pron][det]

τον,τον • ο,αυτός

lèche-vitrines[n]

κοιτάζω βιτρίνες,περιηγούμαι σε βιτρίνες

lécher[v]

γλείφω,αγγίζω με τη γλώσσα

lecteur[n]

αναγνώστης,αναγνώστρια

lecteur mp3[n]

αναπαραγωγέας MP3,συσκευή αναπαραγωγής MP3

lectorat[n]

αναγνωστικό κοινό,κύκλος αναγνωστών

lecture[n]

ανάγνωση,διάβασμα

légal[adj]

νόμιμος,νομικός

légendaire[adj]

θρυλικός,μυθικός

légende[n]

θρύλος,μύθος

léger[adj]

ελαφρύς,όχι βαρύς

legging[n]

λέγκινς,κολάν

législatif[adj]

νομοθετικός,νομοθετική

législation[n]

νομοθεσία,νομοθετικό πλαίσιο

légitime[adj]
legs[n]
léguer[v]
légume[n]

λαχανικό,βρώσιμο φυτό

légume sec[n]

ξηρό όσπριο,αποξηραμένο όσπριο

lendemain[n]

επόμενη μέρα,αύριο

lent[adj]

αργός,βραδύς

lentement[adv]

αργά

lenteur[n]

βραδύτητα,αργοπορία

lentille[n]

φακή,φακή

lentilles[n]
léopard[n]

λεοπάρδαλη,πάνθηρας

les[det][pron]

οι, οι • τους

lésion[n]
lessivage[n]
lessive[n]

πλύση,απορρυπαντικό

lettre[n]

γράμμα,σύμβολο

lettre d'information[n]

ενημερωτικό δελτίο,newsletter

lettre de candidature[n]

επιστολή αίτησης,επιστολή υποψηφιότητας

lettre de motivation[n]
lettres[n]

γραμματεία,φιλολογία

leur[pron]

τους

lever[v][n]

σηκώνω,ανυψώνω • σηκωμός,ξύπνημα

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή