Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
législatif
01
νομοθετικός, νομοθετική
qui concerne l'élaboration et l'adoption des lois
Παραδείγματα
Les décisions législatives influencent la vie quotidienne des citoyens.
Οι νομοθετικές αποφάσεις επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών.
02
νομικός, νομοθετικός
qui est établi par la loi ou conforme à la loi
Παραδείγματα
Les documents législatifs sont accessibles au public.
Τα νομοθετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα στο κοινό.



























